Για όσους δεν γνωρίζουν, η διάρκεια μιας ταινίας ορίζεται από την πρώτη φίρμα της εταιρείας παραγωγής της ως και τον τελευταίο τίτλο του τέλους. Οι τίτλοι, τους οποίους εν Ελλάδι πολλοί αποκαλούν ακόμη «γράμματα», μπορεί να μην αφορούν την πλειονότητα των θεατών, δεν παύουν όμως να αποτελούν μέρος ενός δημιουργήματος. Και κάποιοι κάθονται στην αίθουσα ώσπου να τελειώσουν.
Αν όλα αυτά ακούγονται αυτονόητα, σε πολλές μεμονωμένες αθηναϊκές αίθουσες δεν ισχύουν. Το φυσιολογικό εκεί είναι να «κόβονται» οι τίτλοι προτού τελειώσουν. Ενα από τα τελευταία παραδείγματα; Η «Ανταλλαγή» του Κλιντ Ιστγουντ στην «Αίγλη» του Χαλανδρίου, όπου ύστερα από δυο-τρία ονόματα το απότομο άναμμα των φώτων κατέστρεψε όλη τη μαγεία που είχε καθηλώσει τους θεατές.
Το κόψιμο των τίτλων ταινιών που μεταδίδονται σε μη κρατικά κανάλια είναι ένα επίσης φρικτό σύνηθες φαινόμενο. Στην αίθουσα όμως ο θεατής έχει πληρώσει για να δει το έργο. Ολο το έργο. Επομένως ο αιθουσάρχης, ο μηχανικός προβολής, ο οποιοσδήποτε τέλος πάντων που έχει την ευθύνη της προβολής, οφείλει να αφήσει όλα τα ονόματα των τίτλων του τέλους να «παίξουν» στην οθόνη. Στο εξωτερικό έτσι και δεν γίνει αυτό πέφτουν μηνύσεις. Στην Ελλάδα του χαβαλέ όμως επικρατεί ακόμη η λογική του «έλα, μωρέ, και τι έγινε», η οποία κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσει.
Του Γιάννη Ζουμπουλάκη απο το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11-1-2009