Νέα

Μιά συνέντευξη του Γ. Πανουσόπουλου

Μια συνέντευξη του Γιώργου Πανουσόπουλου στην Αμάντα Λιβανού που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό MOTER  του ΕΚΚ.

 

Γιατί κάνεις ταινίες σήμερα;

Γιατί δεν ξέρω να κάνω τίποτα άλλο. Και η κρίση και όλα αυτά τα πράγματα είναι άσχετα με αυτό. Δεν θυμάμαι να

ήταν ποιο εύκολο όταν δεν υπήρχε κρίση. Πάντα ήταν δύσκολο να κάνεις ταινίες.

Οι Γάλλοι λένε ότι το art house έχει πεθάνει.

Ίσως γιατί δεν έχουν να προσθέσουν τίποτα στον κινηματογράφο αυτή την στιγμή, το ίδιο πιστεύω και για τους Ιτα-

λούς. Άλλωστε, βλέπεις πόσο μέτριες είναι οι ιταλικές ταινίες τα τελευταία χρόνια. Εκεί που γίνονταν είκοσι ταινίες

και οι δεκαοκτώ ήταν για πέταμα και δύο καλές, τώρα που θα γίνονται δέκα πάλι οι δύο θα ξεχωρίζουν. Αυτό που

λέω είναι ότι τώρα με την κρίση οι μέτριοι δεν θα έχουν την ευχέρεια να κάνουν ταινίες. Η εντύπωση που έχω απο-

κομίσει όλα αυτά τα χρόνια από τα Φεστιβάλ, είναι ότι υπάρχει ένα σύστημα προώθησης, όχι τόσο ταινιών, όσο

υπερεκτιμημένων καλλιτεχνών. Την πρώτη φορά που πήγα στο Λοκάρνο είδα κάτι γαλλικές συμμετοχές με μία

κουστωδία ο καθένας καμιά δεκαριά άτομα, δημοσιογράφοι, παρατρεχάμενοι, κριτικοί. Ο auteur είχε μία αυλή,

και έλεγα: «κοίταξε να δεις ρε παιδί μου». Αλλά μετά κατάλαβα ότι αυτό συνέβαινε και με τους μέτριους, ότι υπήρ-

χε ένα πρόσφορο έδαφος και όλο το σύστημα ήταν βασισμένο στο να βοηθήσει τους μέτριους.

Ωστόσο ο κινηματογράφος είναι και θέμα εντυπώσεων. Εμείς δεν είμαστε οργανωμένοι να προωθή-

σουμε το δικό μας.

Δεν λέω ότι αυτό είναι αναγκαστικά κακό, για να καταλάβεις ζήλευα και λίγο αυτό το σύστημα. Το ίδιο έχει γίνει κι

εδώ με υπερεκτιμημένους σκηνοθέτες, μην πούμε ονόματα και πικράνουμε κόσμο. Κάνανε ταινίες για το πηγάδι.

Γιατί να κάνουν ταινίες αυτοί, περισσεύανε λεφτά από τους υπόλοιπους; Και καλά κάνε μία ταινία, άντε και άλλη

μία, αλλά και τρίτη και τέταρτη; Αυτούς οι οποίοι θα κάνουν καλές ταινίες μέσα στα επόμενα χρόνια δεν πρόκει-

ται να τους βλάψει όλη αυτή η ιστορία με την κρίση. Είναι θέμα χρόνου. Εκεί που θα τα καταφέρνανε σ’ ένα χρόνο

τώρα θέλουν τρία και τέσσερα να το κυνηγάνε. Και φυσικά είναι λυπηρό να περάσουν πέντε χρόνια χωρίς να κά-

νεις ταινία, αλλά αυτοί που θέλουν να κάνουν ταινίες θα τις κάνουν, απλώς με περισσότερο κόπο. Όποιος τα πα-

ρατήσει δεν είναι αρκετά καλός, δεν αξίζει, είναι στη δεύτερη ομάδα, οι πιο πολλοί της γενιάς μου είναι στη δεύ-

τερη ομάδα. Ε, δεν θα σκάσουμε τώρα για τη δεύτερη και τρίτη ομάδα.

Και με τις ελληνικές ταινίες που έκαναν άλμα;

Τα τελευταία χρόνια ανανεώθηκε ο κινηματογράφος από έμψυχο υλικό, και αυτό το υλικό είναι καλύτερο από το

προηγούμενο. Όλοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί, τεχνικοί είναι πιο καταρτισμένοι, πιο μορφωμένοι. Για να

πω την αλήθεια, όταν βλέπω ταινία βλέπω στην πραγματικότητα τους δημιουργούς, και φέτος χάρηκα πολύ με

αυτά που είδα, γιατί έχουμε κινηματογραφιστές, filmakers. Το γενικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι δύο ή τρεις ται-

νίες, αλλά το κλίμα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτές τις ταινίες.

Τι θα έλεγες σε ένα πιτσιρικά που θέλει να κάνει ταινίες;

Η κατάσταση στο ευρωπαϊκό σινεμά δεν είναι σε άνθηση, δεν συμβαίνει κάτι. Αυτό θα μπορούσε να πει κανείς ότι

για μια μικρή χώρα είναι ευκαιρία να κάνει θόρυβο, να βγάλει 5-6 ταινίες, να ταράξει τα νερά. Γιατί τι γυρίζουν στην

Ευρώπη δηλαδή; Κι αυτός ο Δανός ο απατεώνας…

…ο Τρίερ. Δεν σ’ αρέσει ο Τρίερ;

Τι να μ΄ αρέσει; Να πάλι το ευρωπαϊκό κόλπο, και πώς τα κατάφερε η Δανία. Πέθανε ο Μπέργκμαν, ο Κισλόφσκι,

γέρασε ο Γκοντάρ…τι θα γίνει με την Ευρώπη, πρέπει να φτιάξουν καινούργιους. Τέτοιο κατασκεύασμα είναι και

ο Τρίερ, και ψάχνουν συνεχώς κι άλλα. Πρέπει να βρούνε κάποιους να τους δώσουνε φωτιά να βγούνε μπροστά,

γιατί τι θα γίνει, θα μείνει χωρίς σκηνοθέτες η Ευρώπη; Οι Ισπανοί, κάνουν κάτι, βγάζουν πολύ σαβούρα αλλά ξε-

λασπώνουνε με τον Αλμοδόβαρ.

Υπάρχει λοιπόν ένα σύστημα στο οποίο ο παραγωγός και ο σκηνοθέτης μπορούν να στηριχθούν;

Τι να πούμε τώρα, ότι δεν υπάρχει σχέδιο από το Υπουργείο Πολιτισμού; Δεν είναι παράξενο αυτό, σχεδόν δεν

χρειάζεται να το αναφέρουμε. Βεβαίως υπάρχει και η αντίληψη ότι στον κινηματογράφο αν ρίξεις χρήματα δεν τα

παίρνεις πίσω, άρα δεν είναι ανάγκη να γίνει, και στο κάτω -κάτω είμαστε μικρός κύκλος, αν μας κάνουν τα χατίρια

έχουν να μαζέψουν λίγες ψήφους. Οπότε λένε «δεν βαριέσαι άστους αυτούς, είναι και καλλιτέχνες, πεταμένα λε-

φτά». Δίνουν σε αυτούς από τους οποίους κερδίζουν, από τον κινηματογράφο δεν αισθάνονται ότι έχουν να κερ-

δίσουν. Να ζητάμε για τον κινηματογράφο; Αυτοί δεν ξέρουν αν θα υπάρχουν αύριο.

Πιστεύεις ότι αλλάζει κάτι τώρα; Στην συνέντευξη Τύπου για την ίδρυση της Ακαδημίας Κινηματο-

γράφου είπες ότι «εμείς είμαστε εδώ και ιδρύοντας την Ακαδημία έχουμε πια μεγάλη ευθύνη».

Είπα ότι είναι καιρός να σταματήσουμε να ζητάμε από τους άλλους οι οποίοι έχουν θεσμικά την ευθύνη ν’ ασχο-

ληθούν με αυτό για το οποίο εμείς πεθαίνουμε. Εγώ, και πολλοί άλλοι, δίνουμε την ζωή μας και το αίμα μας για

τον κινηματογράφο, και θα ζητήσω λογαριασμό από κάποιον Υπουργό που έτυχε να κάνει αυτή την δουλειά; Τι

ξέρει αυτός; Εμείς πρέπει να του μάθουμε. Οπότε, με αυτή την έννοια, είναι πολύ σωστή η Ακαδημία, δημιουργεί-

ται ένα όργανο το οποίο μπορεί να πει κάτι και να βοηθήσει έναν υπουργό που, λίγο φιλόδοξος να είναι, θα μπο-

ρέσει να κάνει κάποια βασικά πράγματα.

Δεν ____είναι καλό που πήραμε την κατάσταση στα χέρια μας;

Υπάρχουν δύο προηγούμενα που πρέπει να τα αναφέρουμε για να κάνουμε σύγκριση. Το ένα είναι στην Ιταλία με

τον νεορεαλισμό, που μου το διηγήθηκε η Βαχλιώτη, και το άλλο, το ισπανικό, το έζησα. Τη δεκαετία του 50 το

ιταλικό κράτος αποφάσισε να φτιάξει ιταλικό κινηματογράφο, και έδωσε τις λεγόμενες πεντάρες. Πήγαν και βρή-

καν τους παραγωγούς της εποχής, κάτι καθάρματα, απατεώνες, φασίστες, ό,τι και να ήταν δεν πείραζε, αρκεί να

έχουν δηλώσει παραγωγοί, και τους έδωσαν λεφτά για να κάνουνε πέντε ταινίες ο καθένας, τις πεντάρες… Από το

αποτέλεσμα καταλαβαίνουμε γιατί το έκαναν. Η Ιταλία είχε μόλις χάσει έναν πόλεμο, ήταν συνώνυμη με το φασι-

σμό και τη μαφία, και κινδύνευε ν’ αποκτήσει ένα πολύ κακό όνομα. Κι όμως, δεν υπάρχουν πολλοί στον κόσμο

που μισούν τους Ιταλούς. Το πρόσωπο του συμπαθητικού Ιταλού είναι αποτέλεσμα του ιταλικού κινηματογρά-

φου. Βρέθηκε λοιπόν η χώρα αυτή λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο να κατοικείται από συμπαθείς κατοίκους. Εξ ου_και ο Φελίνι, ο Βισκόντι, ο ντε Σίκα είναι στο ιταλικό πάνθεον, επειδή έφτιαξαν την εικόνα του Ιταλού με αυτόν τον

καταπληκτικό τρόπο. Οι καημένοι οι Γερμανοί δεν το έχουν καταφέρει ακόμα. Το ίδιο έκανε και ο Γκονζάλες στην

Ισπανία. Μετά από 40 χρόνια Φράνκο και καταπίεσης, περίμεναν όλοι ότι η νεολαία θα βγει και θα βάλει φωτιά

σε όλη τη χώρα. Άκουσες να γίνεται τίποτα; Όχι. Το σχέδιο του Γκονζάλες ήταν να δώσει λεφτά στη νεολαία για

να κάνει κινηματογράφο, θέατρο, βιβλία, τα πάντα. Έπεσε πάρα πολύ χρήμα. Όταν ήμουν με την Μανία στο Βε-

ρολίνο, δεν βρίσκαμε μια γωνιά να βάλουμε μια αφίσα, είχαν γεμίσει όλη την πόλη με ισπανικά πόστερ. Ζήλευα,

αλλά και τους θαύμασα που το κατάφεραν. Αποτέλεσμα, ο Αλμοδόβαρ και η άνθηση του ισπανικού κινηματο-

γράφου. Αυτό στην Ελλάδα δεν έχει περάσει ούτε σαν υποψία από τους φοιτητές που σε 20 χρόνια θα κυβερνή-

σουν τη χώρα. Εμείς πρέπει να τους υποδείξουμε τι θα κάνουν.

Ε, για αυτό έγιναν οι Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, η Ακαδημία…

Η Ακαδημία τρέχει να προλάβει και να πει ότι ναι, κάτι γίνεται στην Ελλάδα, γίνονται καλές ταινίες. Εάν όμως δεν

γίνει τίποτα στα επόμενα δύο χρόνια θα γελοιοποιηθούμε όλοι. Γι αυτό πρέπει να πετύχουν οι ταινίες, πρέπει δη-

λαδή να συνεδριάσει η Ακαδημία και να πει, αυτή τη στιγμή υπάρχουν π.χ. 10 πρότζεκτ που τρέχουν, έλα εδώ να

κάνουμε τα μισά, θα τα τρέξουμε εμείς.

Εσείς όταν ξεκινήσατε ήσασταν παρέες και κάνατε ταινίες μαζί. Η δική σου είναι μια μυθική παρέα,

με τον Τσεμπερόπουλο, τον Περάκη, τον Κατσούφη…

…και πριν από εμάς υπήρχαν άλλοι, ας πούμε στην δεκαετία του 50, του 60, του 70. Αυτές τις δεκαετίες γίνονταν

ταινίες στις οποίες κανείς δεν πληρωνότανε, δούλευαν δωρεάν, ήταν ο Θέος, η Μαρκετάκη, η παρέα του Φέρρη.

Κάναμε ταινίες από το ‘66, από του Δαμιανού (σ.σ. Μέχρι το πλοίο) χωρίς να πληρωνόμαστε, και το θεωρούσα-

με λογικό. Υπήρχε όμως ένας όρος: δουλεύω στην ταινία σου για να δουλέψεις στην δική μου. Για παράδειγμα η

Μαρκετάκη ήθελε διακαώς να μπει στην ομάδα, αλλά μου έλεγε «Γιώργο, εγώ δεν είμαι καλή ούτε βοηθός σκη-

νοθέτη, ούτε παραγωγός, ούτε οπερατέρ, δεν ξέρω να κάνω τίποτ’ άλλο», οπότε δεν μπήκε ποτέ. Επίσης, ο μίνι-

μουμ χρόνος μιας τέτοιας, ας πούμε κολλεκτίβας, είναι όσο να κάνουν ταινία όλοι της παρέας!

Είναι λοιπόν τώρα η ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε σε αυτό; Να κάνουμε ο ένας τις ταινίες του άλλου;

Ναι, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Και ξέρεις, όταν κάνεις με αυτό τον τρόπο μια ταινία δεν βγαίνει μπροστά μόνο ο

σκηνοθέτης, βγαίνουν όλοι οι συνεργάτες και μετά από δυο τρεις ταινίες μετράς αλλιώς κι ας μην είσαι ο σκηνοθέ-

της. Η ομάδα βαραίνει παραπάνω από το άθροισμα των ατόμων της. Στο Μ’ Αγαπάς ή στη Μανία, ο Νίκος Περά-

κης και ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος παρουσιάζουν μια ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου, ήμασταν ένα. Οπότε,

όταν πήγαινα εγώ μετά να κάνω ταινία με τους άλλους δύο, ο Σπέντζος ας πούμε, έλεγε «ναι», γιατί υπήρχε μια

εγγύηση. Το ‘82 ήμασταν στο Φεστιβάλ του Βερολίνου με τους Απέναντι, και τότε του Περάκη του είχαν αρνηθεί

όλοι – Κέντρο, παραγωγοί- να κάνουν την Άρπα Colla, δεν τους άρεσε. Και λόγω αυτού υπήρχε μια κατήφεια.

Και μια μέρα περπατάγαμε με τον Νίκο, έβρεχε θυμάμαι, και του λέω «ρε Νίκο, πάμε στην Ελλάδα να κάνουμε

την ταινία». Εννοούσα χωρίς λεφτά. Ήρθαμε λοιπόν στην Ελλάδα και πριν τελειώσει η ταινία και το Κέντρο μπήκε

και ο Σπέντζος έδωσε κάτι, γιατί είδαν τέτοια αποφασιστικότητα και σου λέει: «τι έχουμε να χάσουμε;». Είναι πολύ

ωραίος συνδυασμός, ευγενής και δημιουργικός.

Μα κάποιος θα μπορούσε να πει ότι και ο Κυνόδοντας και η Στρέλλα είναι πολιτικός κινηματογράφος.

Μιλάμε για τις ταινίες που αυτοχαρακτηρίζονται πολιτικές ταινίες. Γιατί φυσικά όλες οι ταινίες είναι τελικά πολιτι-

κές. Όλες οι καλές τουλάχιστον.

Και τι θα κάνεις τώρα; Έχεις αρκετά σχέδια.

Πάντα έχω πολλά μπας και πιάσει κανένα. Παλιότερα τα πλήρωνα μόνος μου αλλά τώρα πια δεν μπορώ να τα

χρηματοδοτήσω. Έχω όμως μια κωμωδία, μια ιστορία που είχαμε γράψει το ’75, μέσα σε δύο απογεύματα, με τον

Νικολαΐδη. Κάποιος μας είχε ρωτήσει τότε αν έχουμε καμιά ιστορία για την Καρντινάλε, ήθελε να κάνει μια ταινία

με Ιταλούς και λοιπά. Δεν έγινε τίποτα όμως τότε και έμεινε στο συρτάρι. Αλλά, τώρα αρέσει σε έναν μεγάλο δια-

νομέα και λέει να την προχωρήσει.

Τι λες για τις νέες τεχνολογίες; Είσαι από τους πρώτους κινηματογραφιστές της παλιάς γενιάς που

έκανε ταινία με πολλές mini dv (Μια μέρα τη νύχτα). Τι λες για τις RED, τα 3D και όλα αυτά;

Είμαστε πολύ μικρή αγορά για να σκεφτόμαστε μόνο σε 35mm. Δεν μπορείς να ξεκινάς με 35mm, ποιος είσαι δη-

λαδή; Πού γίνεται αυτό; Κάνει ο Ντέιβιντ Λιντς ταινία σε βίντεο και εσύ θα κάνεις 35mm; Φυσικά υπάρχουν και

μερικές ταινίες στις οποίες χρειάζεται, όπως η ταινία του Μαρινάκη (σ.σ. Μαύρο Λιβάδι), που ήταν απαραίτητο

να γίνει σε 35mm. Ή πουλάς εικόνα και κάνεις φιλμ ή πουλάς το θέμα, την ιστορία οπότε δεν σου χρειάζεται και

τόσο το φιλμ.

Λέμε ότι το βίντεο είναι φθηνότερο, αλλά δεν συμβαίνει πάντα αυτό.

Εγώ πάντως δεν θα έκανα ταινία σε RED επειδή είναι κακή κάμερα, όχι επειδή είναι βίντεο. Ζεσταίνεται, δεν μπορείς

να την πιάσεις, δεν είναι καλά φτιαγμένη για χέρι, θέλει τριπόδι. Είμαι υπέρ των νέων τεχνολογιών, βέβαια. Πώς

ένας ζωγράφος ζωγραφίζει και με κάρβουνο και λάδια και τέμπερες και ακουαρέλα. Είναι ευτύχημα ότι υπάρχουν_επιλογές, 16άρι, 35άρι, 8άρι, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Δεν είναι αναγκασμένος ο κόσμος να βλέπει συνέχεια

το ίδιο πράγμα, μπορούν να δουν και με κόκκο, και ατελή φωτογραφία, και καμιά φορά είναι και ωραίο αυτό.

Λένε ότι σε λίγο όλα θα είναι 3D σαν το Avatar και την Αλίκη στην χώρα των Θαυμάτων. Τι λες;

Αυτό που λέω είναι: άσε να γίνονται αρκετές, να γίνονται και της μόδας, να τις σιχαθεί ο κόσμος και να ξαναγυρίσει

στην real εικόνα. Πάντα θα υπάρχει τέτοιος κόσμος. Δηλαδή εσύ, μετά από πέντε Avatar, δεν θα πας να δεις έκτο.

Αυτό είναι ένα innovation. Όσο είναι innovation θα πηγαίνει ο κόσμος, μετά θα τελειώσει κι αυτό. Το Avatar θα

είχε πραγματικό κινηματογραφικό ενδιαφέρον αν, για παράδειγμα, τα σχέδια για το 3D τα είχε κάνει ο Σαγκάλ ας

πούμε. Να δίνανε διακόσια εκατομμύρια για να κάνει το οπτικό μέρος, θα ήταν τρομερή ταινία.